Ο Άγιος Βασίλης του καλοκαιριού

Εκεί στο Νότο, στο αγαπημένο μας μικρό, ξεχασμένο χωριουδάκι με τα σοβατισμένα σπιτάκια και την τσουρουφλιστή ζέστη, βρεθήκαμε και φέτος…

Δρόμοι χωρίς αυτοκίνητα (δρόμος πιο σωστά, γιατί έναν μόνο έχει), ουρανός γεμάτος αστέρια, τριγύρω τα περήφανα βουνά -οι κοιμισμένοι γίγαντες που φυλάνε αυτόν τον τόπο εδώ και τόσα χρόνια, με φασκόμηλα και θυμάρια που ευωδιάζουν. Κάποτε τα σπίτια έσφυζαν από ζωή, παιδιά τρέχαν στους δρόμους, το καφενείο έψηνε καφέδες και πουλούσε γκαζόζες. Τώρα έρημα τα πιο πολλά σπίτια, άδειοι οι στάβλοι που κάποτε φιλοξενούσαν κατσίκες, κότες και γαιδούρια, οι κάτοικοι λιγοστοί. Αλλά στα μάτια μου το μικρό μου χωριό δεν χάνει ποτέ τη μαγεία του. Πάντα βρίσκει τρόπο να με γυρίζει πίσω στο χρόνο, τότε που ήμασταν παιδιά και όλα μας φαινόντουσαν απίθανα και μαγικά.

Σε αυτό το χωριουδάκι λοιπόν, που καλά καλά ούτε ο χάρτης δεν το έχει, αποφάσισε να φτιάξει το εργαστήρι του ο Άγιος Βασίλης του καλοκαιριού. Μάλλον δεν θα τον ξέρετε, είναι καινούργιος άγιος αυτός. Πάντως σίγουρα μένει στο χωριό μας. Και να πως τον ανακαλύψαμε…

Συνήθως κάθε πρωί, μόλις ξυπνήσουμε, ανοίγουμε την πόρτα της αυλής και καλημερίζουμε τα απέναντι βουνά. Μια μέρα, εκεί, στο τραπέζι της αυλής, τι να δούμε! Μια στίβα κολοκύθια και μια αγκαλιά βλίτα.

– Ποιος τα έφερε αυτά μαμά;

– Δεν ξέρω αγάπη μου…

Την άλλη μέρα, βρήκαμε στο τραπέζι ένα σωρό καλαμπόκια. Την επομένη, ξυλάγγουρα και μπάμιες. Τι χόρτα, τι ηλιοτρόπια, τι σταφύλια, κάθε μέρα μας περίμενε και μια μικρή έκπληξη. Τα παιδιά τα είχαν χάσει. Κάθε μέρα ξυπνούσαν και τρέχαν στο τραπέζι, να δουν τι δώρο τα περίμενε.

-Μα ποιος μας τα αφήνει όλα αυτά βρε μαμά;

– Χμ… Νομίζω πως είναι ο Άγιος Βασίλης του καλοκαιριού!

Αυτό ήταν. Ο Άγιος Βασίλης του καλοκαιριού! Μα πως δεν τον είχαμε δει τόσο καιρό; έπρεπε να λύσουμε το μυστήριο.

Έτσι, ξυπνήσαμε πολύ νωρίς το επόμενο πρωί και περιμέναμε κρυμμένοι στην κουζίνα… Αλλά όπως ξέρετε, ο ‘Αη Βασίλης δεν έρχετε αν τα παιδιά είναι ξύπνια. Και εκείνη την μέρα δεν ήρθε. «Μάλλον το κατάλαβε μαμά», είπε με απογοήτευση η Σ. «Μην ανησυχείς», της λέω, «θα ξυπνήσω εγώ αύριο και θα τον ακολουθήσω χωρίς να με καταλάβει». Κάτι άστραψε στα μάτια της. Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή…

Θα ήταν γύρω στις 6.30 το πρωί όταν άκουσα βήματα στην αυλή. Πετάχτηκα σαν το ελατήριο. Τώρα δεν μου ξεφεύγεις Άγιε Βασίλη είπα μέσα μου, πήρα τη φωτογραφική μου μηχανή και βγήκα στην αυλή. Και να τον, τον έπιασα στα πράσα να αφήνει στο τραπέζι δυο κολοκύθια. Μόλις με αντιλήφθηκε, μου έκανε νόημα να κάνω ησυχία και να τον ακολουθήσω. Και τον ακολούθησα ως το μυστικό του… περιβόλι!

Γιατί αυτός ο Αγιος Βασίλης δεν έχει εργαστήριο με παιχνίδια, αλλά ένα περιβόλι. Και βοηθοί του δεν είναι ξωτικά, αλλά δυο πάπιες και μερικά κουνέλια, αμέ! Έχει και μια κατσίκα (να τον βοηθάει με το έλκηθρο φαντάζομαι).

Κι έτσι, από τότε, ο Άγιος μας Βασίλης με τις μουστάκες και τα στιβάνια, μας αφήνει συχνά τα δωράκια του στο τραπέζι της αυλής και γεμίζει την καρδιά μας με μαγεία!

……………………………..

Είμαι πια σίγουρη πως γύρω μας υπάρχουν και άλλοι Άγιοι Βασίληδες. Άλλοι κάνουν δώρα χαμόγελα, άλλοι αγκαλιές, κάποιοι μια ζεστή κουβέντα… Δεν μένει παρά να τους ανακαλύψουμε! 

Άγιε Βασίλη, σε ευχαριστούμε και σε αγαπούμε, που λένε και στην Κρήτη. 😉

Καλό καλοκαίρι φίλοι μας!